Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Το Ζήτημα της Ταυτότητας: Ποιοι ήταν Ρωμαίοι και ποιοι Βυζαντινοί;

Β’ Μέρος: Η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης



Θα ήταν σωστό, στην ακαδημαϊκή ορολογία, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία να χωρίζεται σε προ Μεγάλου Κωνσταντίνου και μετά το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ή αλλιώς προ-Κωνσταντινουπόλεως και μετά-Κωνσταντινουπόλεως. Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η διαφορά που επέφερε στην αυτοκρατορία η βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου υπήρξε ουσιαστική και ριζική – και όχι μόνο όσον αφορά την καθιέρωση και εξάπλωση του Χριστιανισμού. Αυτή υπήρξε μόνο μία από τις πολλές πτυχές της μοναδικής φυσιογνωμίας της αυτοκρατορίας. Η καθοριστική αλλαγή ήταν η ανάδειξη του ελληνικού στοιχείου της Ανατολής.
Το αρχαίο Βυζάντιο δεν ήταν απλώς ένα σημαντικό εμπορικό λιμάνι, δεν ήταν μόνο μια στρατηγική τοποθεσία μεταξύ Μεσογείου και Ευρασίας. Βρισκόταν ακριβώς στο γεωγραφικό κέντρο του αρχαίου ελληνιστικού κόσμου της Ανατολής. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου δεν ήταν μια ακόμα «ρωμαϊκή» πόλη, δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια νέα πρωτεύουσα όπως τα Μεδιόλανα στη Δύση. Αναδείχθηκε από την πρώτη στιγμή, ήδη από το 330 μ.Χ., ως ελληνική πρωτεύουσα. Η πρώτη πανελλήνια πρωτεύουσα στην Ιστορία, η απόλυτη κοσμόπολη της ελληνικής οικουμένης - κάτι που ούτε ο Αλέξανδρος δεν είχε καταφέρει να κάνει στο παρελθόν.

Πολλά, θετικά και αρνητικά, αποδίδονται από ιστορικούς και διάφορους μελετητές στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο το Μέγα. Ένα όμως παραμένει βέβαιο: ο άνθρωπος ήταν ένας μεγάλος οραματιστής και προικισμένος με μοναδική διορατικότητα. Επομένως δεν έκανε καμία επιλογή τυχαία. Δεν πρέπει να αγνοεί κανείς το γεγονός ότι έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην αυλή του Διοκλητιανού στη Νικομήδεια της Βιθυνίας. Σε πόλη δηλαδή ελληνική, στην ασιατική ακτή της Προποντίδας, αμέσως απέναντι και μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από το Βυζάντιο, την πόλη που έμελλε να πάρει το όνομά του. Εξάλλου, από την μεριά της μητέρας του ήταν κι ο ίδιος Έλληνας, αλλά είναι σαφές πως εκτός του γεγονότος ότι η Ανατολή ήταν πολιτισμικά ανώτερη της Δύσης και άρα είχε καλλίτερες προϋποθέσεις να αντέξει τις βαρβαρικές επιδρομές, ο Κωνσταντίνος γνώριζε ότι η τότε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν στην καρδιά της ελληνική. Επομένως άρμοζε σε έναν ελληνικό κόσμο να έχει και μια ελληνική πρωτεύουσα.

Ήδη, στο προηγούμενο κεφάλαιο, εξηγήσαμε ότι η ρωμαϊκή ταυτότητα των αυτοκρατορικών χρόνων, ήταν σαφώς πολιτική και δεν υπήρξε ποτέ εθνική-φυλετική. Στους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες υπήρξε η πολιτική ταυτότητα πολλών διαφορετικών εθνοτήτων που ζούσαν στα όρια της αυτοκρατορίας ως υπήκοοι της παλαιάς ή της νέας Ρώμης. Στο διάβα, όμως, των αιώνων και όσο συρρικνώνεται η εδαφική έκταση της αυτοκρατορίας, βρίσκουμε όλο και λιγότερες διαφορετικές εθνότητες στα πλαίσια αυτής. Στη δυτική Ευρώπη, για παράδειγμα, οι Κέλτες και τα άλλα αρχαία φύλα που είχαν υποταχθεί από την αρχαία Ρώμη, έχασαν τη ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα, άρα και το όνομα «Ρωμαίος», όταν οι περιοχές τους κατακτήθηκαν από Γότθους, Βανδάλους και άλλα γερμανικά φύλα του Βορρά. Έτσι είναι χαρακτηριστικό ότι μία ακραιφνώς ρωμαϊκή επαρχία της βόρειας Ιταλίας και μάλιστα με κύρια πόλυ τα Μεδιόλανα, πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Δύσης των ύστερων χρόνων, βρέθηκε να ονομάζεται Λομβαρδία, από το γνωστό γερμανικό φύλο που εισέβαλε και εγκαταστάθηκε εκεί στα χρόνια της βαρβαρικής κατάκτησης της Δύσης.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η Ανατολή και η Κωνσταντινούπολη βρέθηκαν μοναδικοί και αποκλειστικοί διάδοχοι και συνεχιστές της ρωμαϊκής πολιτικής ταυτότητας και του ρωμαϊκού ονόματος στους λεγόμενους Μέσους Χρόνους. Εδώ στην Ανατολή, όμως, η αυτοκρατορία ήταν σαφώς περιορισμένη εδαφικά. Μέχρι και την εμφάνιση του Ισλάμ και την αραβική εξάπλωση του 7ου αιώνα, και με εξαίρεση τα εδάφη της Βόρειας Αφρικής και την βραχύβια ανάκτηση της Ιταλίας και της νότιας Ισπανίας, η αυτοκρατορία ήταν περιορισμένη στο γεωγραφικό χώρο της χερσονήσου του Αίμου, της Μικράς Ασίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Χώρες, οι οποίες είχαν υπάρξει όλες μέρη των ελληνιστικών βασιλείων της προ-ρωμαϊκής εποχής και των οποίων οι πληθυσμοί, ήταν είτε απευθείας απόγονοι των παλαιών Ελλήνων αποίκων, είτε γηγενείς αρχαίοι λαοί που είχαν γίνει κοινωνοί, μέτοχοι της ελληνικής οικουμένης.

Αρκετοί σημερινοί «ιστορικοί» αρνούνται την ύπαρξη του έθνους και της εθνικότητας πριν... τη Γαλλική Επανάσταση. Επί του παρόντος δεν θα ασχοληθούμε με αυτήν τη γελοία άποψη, εξάλλου θεωρούμε περιττό και μάταιο να οφείλει κανείς συνεχώς να απολογείται και να αποδεικνύει τα αυτονόητα. Το αναφέρουμε ωστόσο, γιατί όσοι από αυτούς τους μελετητές ασχολούνται, δυστυχώς, με το Βυζάντιο, διατυπώνουν την ίδια άποψη για το ελληνικό έθνος. Αυτό όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση - και κάτι το οποίο οι αρνητές της ελληνικότητας είτε έχουν αγνοήσει τελείως, προσποιούμενοι πώς δεν το βλέπουν, είτε έχουν κατά καιρούς δώσει από εξοργιστικές έως και φαιδρές "ερμηνείες" - είναι το αδιαμφισβήτητο και πανηγυρικό γεγονός ότι οι Έλληνες της περιόδου εκείνης, υιοθέτησαν πλήρως το επίθετο «Ρωμαίος» και «ρωμαϊκός» για να δηλώσουν όχι απλώς την πολιτική τους ταυτότητα ως συνεχιστές της αρχαίας Ρώμης, αλλά και την ίδια την εθνική και φυλετική τους ταυτότητα και χαρακτηριστικά. Έτσι η ελληνική ενδυμασία, παραδείγματος χάριν, αποκλήθηκε «ρωμαϊκή» και η ελληνική γλώσσα το ίδιο. Ο ελληνικός πολιτισμός, η γλώσσα, λογοτεχνία, φιλοσοφία και ολόκληρη η παιδεία ονομάστηκαν "ρωμαίικα", έχοντας ενσωματωθεί στο πάντρεμα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Μάλιστα, είναι γνωστό σήμερα ότι αυτή η συνήθεια-παράδοση συνεχίστηκε δια μέσου των χρόνων της Τουρκοκρατίας και μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, ευρύτερα, στην ελληνική Ανατολή: οι υπόδουλοι Έλληνες αποκαλούνταν «Ρωμιοί», η ενδυμασία τους «ρωμαίικη» και η γλώσσα τους «ρωμαίικα». Έτσι, κάτι ήταν ρωμαίικο μόνο εφόσον ήταν ελληνικό και κάποιος ήταν Ρωμιός, μόνο εφόσον ήταν Έλληνας: όχι Γότθος, όχι Σλάβος, όχι Βούλγαρος, όχι Αρμένιος. Οι ίδιοι οι βυζαντινοί ιστορικοί το καθιστούν σαφές αυτό. Πώς μπορεί λοιπόν κανείς να αρνείται αυτήν την ιστορική πραγματικότητα, τόσους αιώνες μετά; Ή πώς μπορεί κανείς να το αποδέχεται, αλλά να επιχειρεί να το εξηγήσει αρνούμενος ταυτόχρονα - και ακόμα πιο εξωφρενικά - την ύπαρξη της ελληνικότητας στο Βυζάντιο;

Παρατηρείται λοιπόν το εντυπωσιακό γεγονός ότι μετά την πτώση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, από τον 5ο αιώνα και μέχρι και τις αρχές του 20ου, το όνομα «Ρωμαίος» και το επίθετο «ρωμαϊκός» έχει πλήρως οικειοποιηθεί και ενστερνιστεί από τους ίδιους τους Έλληνες ως δική τους αποκλειστικά εθνική ονομασία. Το πώς ακριβώς συνέβη αυτό κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο και φυσικά συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι και το 1922, οπότε συνέβη η ολοκληρωτική εξόντωση του εκτός Ελλάδος ελληνισμού, είναι δύσκολο να εξηγηθεί με σημερινούς όρους. 

Κατ΄αρχάς, πρέπει να τονισθεί ότι ουδέποτε πριν το 1830 είχε υπάρξει ελληνικό κράτος με την ονομασία «Ελλάς». Τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα όσο και στα ρωμαϊκά χρόνια, κατ’ επέκταση και στα βυζαντινά, οι προσδιορισμοί ήταν πρωτίστως τοπικοί, γεωγραφικοί και δευτερευόντως εθνικοί. Πολλοί σημερινοί μελετητές, επιπόλαια κρίνοντας, νομίζουν ότι βρίσκουν σε αυτή τη λεπτομέρεια την «ανυπαρξία» ή «ασημαντότητα» του έθνους. Δεν πρόκειται όμως σε καμία περίπτωση για κάτι τέτοιο: η αντίληψη αυτή είναι σαφής προβολή σημερινών προτύπων στο παρελθόν. Δηλαδή, επειδή τα έθνη σήμερα νοηματοδοτούνται εθνο-κρατοκεντρικά, δεν είναι δυνατόν να θέλει κάποιος να μεταφέρει το ίδιο πολλούς αιώνες πριν την εμφάνιση του έθνους-κράτους της νεοτερικής εποχής. Τα έθνη υπήρχαν αλλά νοηματοδοτούνταν με διαφορετικό τρόπο πριν την εμφάνιση του έθνους-κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ελληνικό έθνος ήταν "άστεγο", ότι δεν είχε δηλαδή το δικό του κράτος στο οποίο αποκλειστικά κατοικούσε. Για το ελληνικό έθνος στους Μέσους Χρόνους, αυτό το κράτος ήταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Και για πρώτη φορά στην ιστορία του, το ελληνικό έθνος βρισκόταν ολόκληρο εντός των ορίων ενός κράτους, το οποίο κράτος περιέκλειε όλους τους γεωγραφικούς χώρους φυσικής και ιστορικής ύπαρξης του ελληνικού έθνους.

Κάτι άλλο, όμως επίσης αξιοσημείωτο, που συνέβαινε στον τότε ελληνικό κόσμο ήταν το εξής: ένας Αλεξανδρινός ή ένας Αντιοχεύς, δήλωνε την εθνική του ταυτότητα ακριβώς μέσω της τοπικής. Κάποιος δηλαδή ο οποίος ήταν Αλεξανδρινός ή Αντιοχεύς δεν είχε ανάγκη να εξηγήσει σε κάποιον τρίτο ότι ήταν Έλληνας, αφού η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια, ήταν πόλεις σαφώς ελληνικές: είχαν κτισθεί από Έλληνες και κατοικούνταν από Έλληνες. Επιπλέον, τότε ακριβώς όπως και σήμερα, είχε μεγαλύτερη σημασία η πολιτική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου, και δη, η ρωμαϊκή. Και τότε, ακριβώς όπως και σήμερα, το πρώτο πράγμα που δήλωνε κανείς ήταν η κρατική ταυτότητά του, η υπηκοότητά του, η ιδιότητα του «Ρωμαίου»: ήταν η «ταυτότητα» και το «διαβατήριο» της εποχής. Όπου πάνω σε αυτό το "διαβατήριο" – για να το δούμε σχηματικά με σημερινούς όρους – ήταν γραμμένο το επίθετο του κάθε πολίτη (π.χ. Αθηναίος, Αλεξανδρινός, Αντιοχεύς). Στα πλαίσια της αυτοκρατορίας αυτό και μόνο αρκούσε: η δήλωνε την πολιτική ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη αλλά και την εθνική καταγωγή, η οποία προσδιοριζόταν από την πόλη καταγωγής. Δευτερευόντως, λοιπόν, αν για κάποιον ξένο δεν αρκούσαν αυτά, η εθνική καταγωγή και ταυτότητα δηλωνόταν από τη γλώσσα που μιλούσε κανείς και την ενδυμασία του. Αυτά τα τελευταία, λοιπόν (γλώσσα και ενδυμασία) στις ελληνικές πόλεις της Ανατολής ήταν σαφώς ελληνικά. 

Κατ’ αντιστοιχία όμως, σήμερα γίνεται ακριβώς το αντίστροφο: κάποιος πρώτα θα δηλώσει αν είναι Έλληνας, Γάλλος, Ιταλός, Γερμανός – την χώρα δηλαδή της οποίας είναι υπήκοος και της οποίας το διαβατήριο φέρει, και δευτερευόντως αν είναι Αθηναίος, Μιλανέζος, Παριζιάνος ή Βερολινέζος. Αλλά το τραγελαφικό, για όσους υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε έθνος πριν το έθνος-κράτος, είναι ότι ακόμα και σήμερα, αυτό δεν αρκεί για να δηλώσει την εθνικότητα! Διότι μπορεί κάλλιστα κάποιος να είναι π.χ. Γάλλος υπήκοος, κάτοικος Παρισιού, αλλά αλγερινής καταγωγής. Άρα το έθνος και πάλι υπάρχει σε ένα επίπεδο διαφορετικό από το κρατικό. Προσδιορίζεται, δηλαδή, πρωταρχικά όχι από το τι αναγράφεται σε ένα διαβατήριο, αλλά από τη γλώσσα, την εξωτερική εμφάνιση, το θρήσκευμα και άλλα χαρακτηριστικά. Έτσι λοιπόν, είναι αστείο να αρνείται κανείς την ύπαρξη του έθνους πριν τη Γαλλική Επανάσταση, όταν παρατηρούμε ότι τα βασικά χαρακτηριστικά προσδιορισμού της εθνικότητας εξακολουθούν να είναι, ακόμα και στις μέρες μας, κάτι εντελώς διαφορετικό από την κρατική πολιτική ταυτότητα.

Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία λοιπόν, είναι σφάλμα ολκής, να ισχυρίζεται σήμερα κανείς ότι είχαν υποβιβασθεί ή είχαν υποχωρήσει οι διαφορετικές εθνικές ταυτότητες και συνειδήσεις και ότι ήταν όλοι… «Ρωμαίοι». Το εξηγήσαμε αυτό εκτενώς στο προηγούμενο κεφάλαιο, εκείνο όμως που πρέπει να τονισθεί εδώ είναι ότι στην Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, το ελληνικό έθνος κατείχε εξ αρχής πληθυσμιακή πλειονότητα. Σε αντίθεση με την αρχαία Ρώμη, όπου οι γηγενείς Ρωμαίοι ήταν συντριπτική μειονότητα, ανάμεσα στο πλήθος των άλλων εθνών τα οποία κατέκτησαν. Στο Βυζάντιο όμως, τελικά, δεν έμεινε κανένα άλλο έθνος εκτός από το ελληνικό. Σταδιακά και συν τω χρόνο, τα όρια της αυτοκρατορίας ολοένα συρρικνώνονταν. Τελικά από τον 7ο αιώνα και εντεύθεν, κατέληξαν να ταυτίζονται με περιοχές όπου κατοικούσαν, είτε αποκλειστικά είτε κατά πλειοψηφία, ελληνικοί πληθυσμοί. Το ελληνικό έθνος, με άλλα λόγια, βρέθηκε ολόκληρο μέσα στα όρια μίας κατ’ όνομα «Ρωμαϊκής» Αυτοκρατορίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ενωμένο όλο το ελληνικό έθνος στα όρια ενός και μόνο κράτους. «Ρωμαϊκό» ήταν λοιπόν το όνομα αυτού του πρώτου ελληνικού κράτους, «ρωμαϊκή» ήταν επομένως και η ταυτότητα των Ελλήνων υπηκόων του. Κράτος με το όνομα «Ελλάς», δεν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν, οπότε αναγκαστικά η ονομασία «Έλληνας» η οποία σαφώς και υπήρχε, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επίσημη πολιτική ταυτότητα, όπως χρησιμοποιείται σήμερα. Το έθνος όμως ήταν σαφώς ελληνικό - και τι άλλο θα μπορούσε να είναι άλλωστε την εποχή των Μέσων Χρόνων; Είτε το ονομάσει κανείς «μακεδονικό» (όπως και η διάσημη αυτοκρατορική δυναστεία), είτε «θρακικό», είτε «παφλαγονικό», είτε «φρυγικό», είτε «ιωνικό», είτε «μικρασιατικό», πρόκειται για το ίδιο και ένα ακριβώς έθνος: το ελληνικό. Το οποίο όπως ήδη αναφέραμε, είχε επιλέξει ή κατά κάποιο τρόπο «έτυχε» να αποκαλείται «ρωμαϊκό». Και μιλάμε αυστηρά και αποκλειστικά για την περίοδο μετά την πτώση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας και μέχρι το 1453. Κανένα άλλο έθνος στον κόσμο, την εποχή εκείνη ούτε αυτό-αποκαλείται, αλλά ούτε και προσδιορίζεται από τρίτους ως «ρωμαϊκό». Μάλιστα αρκετοί ξένοι που, όπως αποδείχθηκε επιδίωκαν να σφετεριστούν τον τίτλο του «Ρωμαίου αυτοκράτορα» - ακριβώς επειδή αυτός δεν ήταν εθνικός αλλά πολιτικός, άρα νόμιζαν ότι μπορούσαν να το κάνουν – προσπαθούσαν να «υποβιβάσουν» τους γνήσιους Ρωμαίους, τους Έλληνες, στην εθνική τους ταυτότητα αποκαλώντας τους Γραικούς. Κάτι που επιπλέον επιβεβαιώνει και διατρανώνει τόσο την ελληνική εθνικότητα των Βυζαντινών όσο και την ύπαρξη ελληνικού κράτους στους Μέσους Χρόνους.

Ένα άλλο σύνηθες και «δημοφιλές» λάθος που κυκλοφορεί ευρέως, είναι η διατύπωση ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν μία θεοκρατία, μία κρατική οντότητα που προέτασσε κατά κύριο λόγο την θρησκευτική της ταυτότητα έναντι της πολιτικής-κρατικής και εθνικής. Ήταν όπως αρέσκονται πολλοί σήμερα να ισχυρίζονται, μια «χριστιανική κοινοπολιτεία» όλων εκείνων που ασπάζονταν το ορθόδοξο δόγμα, μια «χριστιανική οικουμένη». Ακριβώς εδώ όμως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Διότι στην περιφέρεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όντως υπήρχε μια ευρύτερη συνείδηση κοινής πίστης στο ορθόδοξο δόγμα, κάτι που ήταν όμως απόρροια σαφούς και συνειδητής εξωτερικής πολιτικής των Βυζαντινών. Οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας έθεσαν σε εφαρμογή συνειδητά και για καθαρά πρακτικούς, ρεαλιστικούς λόγους, το έξυπνο σχέδιο του εκχριστιανισμού και, εν μέρει, εξελληνισμού, των Σλάβων και των Ρώς των παραδουνάβιων περιοχών και της Ανατολικής Ευρώπης. Έτσι η βυζαντινή διπλωματία αποσκοπούσε στην δημιουργία μίας γεωπολιτικής "ζώνης ασφαλείας" γύρω από αυτή. Σκοπός ήταν να μετατραπούν παραδοσιακοί εχθροί της αυτοκρατορίας, όπως ήταν οι Βούλγαροι και οι Ρως σε φίλους και συμμάχους. Αυτό επιδιώχθηκε (δεν επιτεύχθηκε όμως στην πράξη) στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας, όπου κυριάρχησε το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και κατ’ επέκταση η ελληνική παιδεία και το ελληνικό πνεύμα, οι οποίοι ήταν ανέκαθεν οι κύριοι φορείς αυτού. Έτσι είναι πιο σωστό να μιλά κανείς για κοινό πολιτισμό και κοινή παιδεία, καθώς το ορθόδοξο δόγμα συνεπάγετο βυζαντινή (δηλαδή ελληνική) τεχνοτροπία στην αγιογραφία, βυζαντινή αρχιτεκτονική και άλλα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Με αυτή την έννοια – και καθώς η Ορθοδοξία είναι, ούτως ή άλλως, μία καθαρά ελληνική ερμηνεία του Ευαγγελίου – οι Σλάβοι και οι Ρώσοι, έγιναν κοινωνοί του ελληνικού πνεύματος, αλλά μόνο αυτού. Σε πολιτικό, χειροπιαστό επίπεδο δεν έγιναν ποτέ υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, όπως έγιναν π.χ. υπήκοοι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας οι Ινδοί, λαοί της αφρικανικής ηπείρου και ολόκληρη η Αυστραλία. Εκτός από τους Ρώσους που ήταν ούτως ή άλλως εκτός των συνόρων, οι Βούλγαροι ελάχιστο χρονικό διάστημα υπήρξαν υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, στη χρονική διάρκεια από τον 7ο έως και τον 15ο αιώνα. Οι Σέρβοι, επίσης, αν και έζησαν ειρηνικά με την αυτοκρατορία, είτε ως υπήκοοι, είτε ως βασσάλοι με ημι-ανεξάρτητα δουκάτα, διατήρησαν άθικτη την εθνική τους ταυτότητα και διαφορετικότητα, από τους Έλληνες-Ρωμιούς. 

Αλλά, το ίδιο συνέβη και στην Ανατολή. Μάλιστα εκεί οι θρησκευτικές και δογματικές διαφορές, οδήγησαν τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας, σε διαχωρισμό με βάση εθνικά χαρακτηριστικά, πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο βίαια. Αυτό συνέβη, συγκεκριμένα με τις αιρέσεις και αργότερα με την εμφάνιση και εξάπλωση του Ισλάμ. Λαοί της Ανατολής, που είχαν εν μέρει, επιφανειακά, εξελληνιστεί, διατηρούσαν το πνευματικό υπόβαθρο, τις δοξασίες και τις δεισιδαιμονίες των προγόνων τους. Έτσι, π.χ. η αποστροφή για τις εικόνες και την ιδέα ενός Θεού που γίνεται τέλειος άνθρωπος, έχει βαθιές ρίζες τόσο στις ασσυριακές/περσικές, όσο και στις ιουδαϊκές δοξασίες της Ανατολής. Έτσι οι μεν μονοφυσίτες και μονοθελητιστές, αρνούνταν την ενανθρώπιση του Χριστού, οι δε εικονομάχοι δεν μπορούσαν να ταιριάξουν με τις αυστηρά ανεικονικές παραδόσεις τους, την ιδέα ότι οι εικόνες δεν ήταν είδωλα, όπως τα αγάλματα των αρχαίων. Έτσι, κατά τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου, η μάχη εναντίον των αιρέσεων, μπορεί να διαφύλαξε το Ορθόδοξο δόγμα, οδήγησε όμως στην αποξένωση για την Αυτοκρατορία των μη-ελληνικών πληθυσμών, ή όσων είχαν βαθειά επηρεαστεί από την Ανατολή εις βάρος της ελληνικής πολιτιστικής τους παράδοσης. Έτσι καταλήγει κανείς σήμερα, στο συμπέρασμα, ότι η Ορθοδοξία όπως αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους, εκφράστηκε μέσα από την ελληνική σκέψη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, χρησιμοποίησαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφική παράδοση, ως ένα εργαλείο για την ερμηνεία του Ευαγγελίου. Έτσι η μεν αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία εξέλιπε, σταδιακά, το δε αρχαίο ελληνικό πνεύμα της φιλοσοφίας και της αναζήτησης της αλήθειας μεταλαμπαδεύτηκε στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία, η οποία επομένως εκφραζόταν με τον ελληνικό τρόπο.

Φυσικό επακόλουθο, ήταν ότι οι ανατολικές δοξασίες δεν ταίριαζαν και ανέπτυξαν τις δικές τους ερμηνείες του Ευαγγελίου οδηγώντας σε μία ποικιλία αιρέσεων. Έτσι, ανατολικά έθνη που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό, όπως οι Ασσύριοι, οι Αρμένιοι και οι Αιγύπτιοι, έγιναν μονοθελητιστές, μονοφυσίτες, νεστοριανοί κ.α.. Η θεολογική τους απομόνωση και αλλοτρίωση οδήγησε στην αποκοπή τους από τον κορμό της αυτοκρατορίας. Εδώ έχει σημασία να τονιστεί ότι ο διαχωρισμός αυτός δεν έγινε σε καμία περίπτωση πάνω σε εθνολογικές βάσεις, αλλά καθαρά θρησκευτικές, θεολογικές. Απλά τύχαινε ο κορμός των ανατολικών αυτών εθνοτήτων να ασπάζεται τις αιρέσεις αυτές. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όσοι Αρμένιοι, Ασσύριοι και Αιγύπτιοι έμειναν πιστοί στο Ορθόδοξο δόγμα δεν αποκόπηκαν από τον κορμό της αυτοκρατορίας, απεναντίας έμειναν μέσα σε αυτόν, και σταδιακά, συν τω χρόνω, εξελληνίστηκαν. Στην ιστορία της χριστιανικής Ανατολής, υπάρχουν δύο χρονικά σημεία, τα οποία είναι κομβικά για την μετέπειτα οριστική αποκοπή της Ανατολής από την Αυτοκρατορία και την Ορθοδοξία. Η πρώτη χρονολογία είναι το 451 μ.Χ., οπότε έλαβε χώρα η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας. Εκεί καταδικάστηκε οριστικά ο μονοφυσιτισμός και η θεολογική σχολή των Αλεξανδρινών και είχε σαν επακόλουθο την αποκοπή πολλών εκκλησιών της Ανατολής από την Ορθοδοξία. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως το πρώτο «σχίσμα» της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης με την Ανατολή, αφού αν και οι επαρχίες της Βορείου Αφρικής, της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Συρίας παρέμειναν στα όρια της Αυτοκρατορίας για δύο επιπλέον αιώνες, το 451 η Αυτοκρατορία έχασε οριστικά και αμετάκλητα τις επαρχίες αυτές λόγω των αιρέσεων. Εκκλησίες όπως οι Κόπτες της Αιγύπτου και οι Ασσυροχαλδαίοι εδραιώθηκαν ήδη από τότε και παρέμειναν για πάντα ξένο σώμα προς την υπόλοιπη ορθόδοξη Ανατολή. 

Η δεύτερη κομβική χρονική συγκυρία για την οριστική απώλεια της Ανατολής και των εκεί εθνοτήτων για την Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, ήταν το 634 μΧ, όταν ξεκίνησε η εισβολή των Αράβων στην αυτοκρατορική επαρχία της Συρίας. Οι Άραβες είχαν μόλις ασπαστεί τη νέο-εμφανισθείσα θρησκεία του Ισλάμ και έμελλαν με μία ανεπανάληπτη σειρά κατακτητικών πολέμων και στην διάρκεια των αμέσως επόμενων δεκαετιών να κατακτήσουν όλες εκείνες τις αυτοκρατορικές επαρχίες της Ανατολής, στις οποίες ζούσαν τα έθνη εκείνα που ακολουθούσαν τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Τα έθνη αυτά δεν εξισλαμίστηκαν πλήρως, καθώς οι εκκλησίες τους συνέχισαν να υφίστανται, αλλά όσον αφορά την ρωμαϊκή τους ταυτότητα, αυτήν την έχασαν για πάντα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Μουσουλμάνοι δεν αποκάλεσαν ποτέ, κανέναν αιρετικό της Ανατολής ως «Ρουμ», δηλαδή Ρωμιό – στην Αίγυπτο, π.χ. οι Κόπτες δεν αποκαλούνται «Ρουμ». Αποκαλούν, όμως, ακόμα και σήμερα, «Ρουμ» μόνο τους Ελληνορθόδοξους της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, του Λιβάνου και της Συρίας.

Εν συντομεία, στη διάστημα μεταξύ 7ου-8ου αιώνα, η επακόλουθη εξάπλωση του Ισλάμ στην Ανατολή, και σε συνδυασμό με την σχεδόν ταυτόχρονη κάθοδο των Αβάρων και των Σλάβων στη χερσόνησο του Αίμου, περιόρισε την Αυτοκρατορία σε εδάφη που κατοικούνταν αποκλειστικά από ελληνικούς πληθυσμούς. Από την εποχή αυτή και πέρα η Αυτοκρατορία αρχίζει να έχει σταδιακά ολοένα και περισσότερο εθνοκεντρικό χαρακτήρα. Αν και ξένοι που εκχριστιανίζονται και ασπάζονται το Ορθόδοξο δόγμα ήταν πάντα ευπρόσδεκτοι στον ελληνικό κόσμο της Αυτοκρατορίας (εφόσον δηλαδή εξελληνίζονταν), ακόμα και ομόδοξοι χριστιανικοί λαοί όπως οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι των Βαλκανίων, παρέμειναν πάντα «βάρβαροι» στα μάτια των Ελλήνων κατοίκων της Αυτοκρατορίας.

Οι οποίοι Έλληνες κάτοικοι της Αυτοκρατορίας, έχοντας την καταγωγή και τη γλώσσα ελληνική, επέμεναν να αποκαλούν εαυτούς Ρωμαίους, καθώς αυτή ήταν η επίσημη πολιτική ταυτότητα ήδη από την εποχή του Καρακάλλα. Εφόσον δεν είχε μεσολαβήσει καμία απολύτως πολιτική αλλαγή το διάστημα αυτό, όλοι οι Έλληνες κληρονομούσαν από πάππο προς πάππο και την ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα. Μία ιδιότητα η οποία εξάλλου δήλωνε και την πολιτιστική ανωτερότητά τους απέναντι τόσο στους μουσουλμάνους της Ανατολής και τους βάρβαρους του Βορρά, αλλά και στους παπικούς της Δύσης. Οι Έλληνες επέμεναν να τονίζουν την ρωμαϊκή τους ταυτότητα μέχρι και το τέλος και ακόμα παραπέρα. Χαρακτηριστικό του πόσο είχαν ταυτιστεί οι έννοιες Έλληνας (ή Γραικός) και Ρωμαίος, είναι ότι ακόμα και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, στον κόσμο της Ανατολής η γλώσσα των Ελλήνων αποκαλείται «ρωμέικα», δηλαδή ρωμαϊκά. Είναι πολύ πιθανόν, σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα πλέον, όταν κάποιος πολίτης της παγκοσμιοποιημένης «Δύσης», διαβάσει σε κείμενα της εποχής ότι οι Έλληνες της Σμύρνης ή του Πόντου το 1922, μιλούσαν ρωμαϊκά να νομίσει ότι μιλούσαν λατινικά: και όμως, το 1922, στην Ανατολή ως ρωμαϊκά νοούνταν μόνο τα ελληνικά.

Σήμερα έχει επικρατήσει στην διεθνή ιστοριογραφία και ακαδημαϊκή ορολογία, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης να αποκαλείται Βυζαντινή, οι κάτοικοί και οι αυτοκράτορές της Βυζαντινοί, και ο όλος ο μοναδικός πολιτισμός της βυζαντινός. Και είναι αλήθεια ότι στην παγκόσμια συνείδηση σήμερα, ο όρος «βυζαντινός» δεν είναι καθόλου υποτιμητικός: απεναντίας. Είναι λοιπόν σωστό, να διευκρινίζεται σήμερα για λόγους ιστορικής ορθότητας, ότι επισήμως η Αυτοκρατορία δεν είχε ποτέ την επωνυμία «Βυζαντινή». Είναι εξίσου σωστό και δίκαιο να τονίζεται ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της αρχαίας Ρωμαϊκής, η οποία μάλιστα είναι λάθος να θεωρείται ότι «έπεσε» ή «καταλύθηκε» το 476 μΧ, αφού συνεχίστηκε στην Κωνσταντινούπολη έως το 1453 μΧ. Ταυτόχρονα όμως, ένας ειλικρινής και δίκαιος σημερινός μελετητής της Ιστορίας, δεν πρέπει να αγνοεί ή να αποσιωπά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν ελληνική. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ή να υποβαθμίζεται το γεγονός ότι η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, εκτός από άμεση διάδοχη κατάσταση εκείνης της αρχαίας Ρώμης, είχε σαφείς και ριζικές διαφορές από αυτήν. Πρέπει λοιπόν ένας σημερινός μελετητής της ιστορίας να τονίζει αυτές τις διαφορές και για το λόγο αυτό η ορολογία "Βυζάντιο" και "βυζαντινός" είναι καθ' όλα θεμιτή και πολύ χρήσιμη. 

Οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης ήταν άμεσοι απόγονοι αρχαίων Ελλήνων, η γλώσσα τους ελληνική, η θρησκεία τους ελληνική (αφού ήδη εξηγήσαμε ότι η Ορθοδοξία είναι ακραιφνώς ελληνική θεολογική έκφραση) και όλος ο πολιτισμός τους ελληνικός και μάλιστα άμεση συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού της αρχαιότητας. Πράγματι οι «Βυζαντινοί» ήταν Ρωμαίοι, αλλά μόνο στην πολιτική ταυτότητα. Εξάλλου ρωμαϊκό έθνος δεν υπήρξε ποτέ. Τέλος, η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης δεν πολέμησε ποτέ καμία «αρχαία Ελλάδα», αφενός διότι «αρχαία Ελλάδα» ως επίσημο κράτος ουδέποτε υπήρξε και αφετέρου… ήταν η ίδια η οικουμένη, το τότε κράτος του ελληνικού έθνους, επομένως δεν θα μπορούσε ποτέ να πολεμήσει τον εαυτό της.

Ιωάννης Δανδουλάκης ©

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου